Αρχική σελίδα - Νέα και εκδηλώσεις - Ομιλίες - Κείμενα - Forum

Αντικομουνιστική υστερία με όχημα τα περί “ολοκληρωτισμού” ιδεολογήματα-Πατέλης

Εικόνα: kakarinos
Δημοσιεύσεις: 16
Εγγράφηκε: 2008-02-25
User is offline
Αντικομουνιστική υστερία με όχημα τα περί “ολοκληρωτισμού” ιδεολογήματα-Πατέλης

Με βάση το κείμενο του Δ. Πατέλη για τις σύγχρονες προσεγγίσεις που αναφέρονται στις κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, απολυτοποιώντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τους προσάπτουν και ταυτίζοντας με αυτό τον τρόπο τον κομμουνισμό με το ναζισμό, είναι γόνιμο να ανοίξει ένας διάλογος στο forum όπου θα συζητηθούν τόσο οι διάφορες προσεγγίσεις που πραγματεύονται τις εν λόγω κοινωνίες όσο και τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των ίδιων των κοινωνιών αυτών.Αναμένουμε λοιπόν τοποθετήσεις στα συγκεκριμένα ζητήματα για να αναπτυχθεί η συζήτηση...




Δημοσιεύσεις: 1
Εγγράφηκε: 2009-05-07
User is offline

ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ: ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ σ. Δ. ΠΑΤΕΛΗ

Διάβασα μ’ ενδιαφέρον το άρθρο του σ. Δ. Πατέλη σχετικά με τον ολοκληρωτισμό (Πριν, 6/9/2009), το οποίο δημοσιεύθηκε και στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ: Τα περί “ολοκληρωτισμού” ιδεολογήματα Είναι αλήθεια ότι οι μεταπολεμικές ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες χειρίστηκαν τα «άκρα» με εξαιρετικά έξυπνο και γόνιμο τρόπο για να φτάσουν όπως είναι η «κοινωνία των πολιτών», η «ανοιχτή κοινωνία» κλπ που πάντα απευθύνονται στη μικροαστική και μεσαία αστική τάξη. Η ίδια η αστική τάξη, άλλωστε, χρειάζεται την «κοινωνική καταξίωση» της ιδεολογίας της ως κυρίαρχης ιδεολογίας, διαφορετικά η συνεκτικότητα του καπιταλισμού δεν είναι νοητή. Αλλά στο
άρθρο του Δ. Πατέλη υπάρχουν και σημαντικά λάθη, τόσο πρακτικά όσο και φιλοσοφικά.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ

Το βασικό του επιχείρημα είναι το ακόλουθο:

Είναι αλήθεια ότι οι μεταπολεμικές ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες χειρίστηκαν τα «άκρα» με εξαιρετικά έξυπνο και γόνιμο τρόπο για να φτάσουν όπως είναι η «κοινωνία των πολιτών», η «ανοιχτή κοινωνία» κλπ που πάντα απευθύνονται στη μικροαστική και μεσαία αστική τάξη. Η ίδια η αστική τάξη, άλλωστε, χρειάζεται την «κοινωνική καταξίωση» της ιδεολογίας της ως κυρίαρχης ιδεολογίας, διαφορετικά η συνεκτικότητα του καπιταλισμού δεν είναι νοητή. Αλλά στο άρθρο του Δ. Πατέλη υπάρχουν και σημαντικά λάθη, τόσο πρακτικά όσο και φιλοσοφικά.

«Πλασάρονται λοιπόν μεταφυσικές και ανιστορικές διχοτομίες-δίπολα, κατά τρόπον ώστε ο ένας πόλος, ο θετικός, να ταυτίζεται συνειρμικά με την εξιδανικευμένη φιλελεύθερη εικόνα “πλουραλιστικών” μοντέλων του καπιταλισμού και ο άλλος, ο “αρνητικός”, με τη “φρίκη” του “ολοκληρωτισμού-κομμουνισμού”:ελευθερία-ανελευθερία, ατομοκεντρισμός-κοινωνιοκεντρισμός,δημοκρατία-δικτατορία, εθελοντική συμμετοχή-χειραγώγηση και κομφορμισμός, αυθόρμητη πολυμορφία-πειθαναγκαστική ομοιομορφία, ανοικτή κοινωνία-κλειστή κοινωνία, διάχυση εξουσίας-συγκέντρωση εξουσίας, κ.ο.κ. Έτσι, τα περί “ολοκληρωτισμού” ιδεολογήματα, εύληπτα με την επίφαση του προφανούς και του αυταπόδεικτου, διαδίδονται και εδραιώνονται μαζί με το “γούστο” του “μέσου συναινετικού ανθρώπου” της κεφαλαιοκρατίας, του “καθώς πρέπει” μικροαστικών διαθέσεων κομφορμιστή, του “μετρίως μέτριου και πάντα μετρημένου”, ο οποίος αποστρέφεται “τα άκρα”: την “άκρα δεξιά” και την “άκρα αριστερά”.»

Είναι αλήθεια ότι οι μεταπολεμικές ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες χειρίστηκαν τα «άκρα» με εξαιρετικά έξυπνο και γόνιμο τρόπο για να φτάσουν όπως είναι η «κοινωνία των πολιτών», η «ανοιχτή κοινωνία» κλπ που πάντα απευθύνονται στη μικροαστική και μεσαία αστική τάξη. Η ίδια η αστική τάξη, άλλωστε, χρειάζεται την «κοινωνική καταξίωση» της ιδεολογίας της ως κυρίαρχης ιδεολογίας, διαφορετικά η συνεκτικότητα του καπιταλισμού δεν είναι νοητή. Αλλά στο άρθρο του Δ. Πατέλη υπάρχουν και σημαντικά λάθη, τόσο πρακτικά όσο και φιλοσοφικά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

«Η συναινετική παθητικοποίηση επιτυγχάνεται με την εδραίωση μιας σύγχυσης, που ταυτίζει την πρόοδο με την αντίδραση, την επανάσταση με την αντεπανάσταση, τον ορθολογισμό με τον ανορθολογισμό. Και είναι τόση η ισχύς αυτού του στερεότυπου αναφοράς, που κύκλοι της ετεροπροσδιοριζόμενης αριστεράς υπερθεματίζουν, αναγορεύοντας το “σταλινισμό” (άλλη ιδεολογική ψευδοέννοια αστικής-ιδεαλιστικής κατά βάση θεώρησης εκφάνσεων του πρώιμου σοσιαλισμού) σε φαινόμενο “χειρότερο του ναζισμού”, σε βαθμό που τυχόν μη αποκήρυξη μετά βδελυγμίας συλλήβδην του “σταλινισμού”, των εγχειρημάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ου αι. και των παραφυάδων αυτών, να εκλαμβάνεται ως έγκλημα καθοσιώσεως και πειστήριο ταύτισης με τη μυστακοφόρο ενσάρκωση της πανουργίας της ιστορίας!... Αξίζει να διερευνήσουμε το βαθμό (μάλλον ασυνείδητου) διαποτισμού από αυτά τα αστικά-ιδεαλιστικά ιδεολογήματα ορισμένων στάσεων έναντι των εγχειρημάτων του πρώιμου σοσιαλισμού και ερμηνειών της ήττας του, τα αίτια της οποίας ανάγονται συλλήβδην σε πολιτικές-διοικητικές αστοχίες και βουλητικές επιλογές ιθυνόντων (αυταρχισμός, έλλειμα δημοκρατίας, εργατικού ελέγχου, αμεσοδημοκρατίας, κ.ο.κ.)».

Ο σταλινισμός εδώ θεωρείται σαν «ιδεολογική ψευδοέννοια αστικής-ιδεαλιστικής κατά βάση θεώρησης εκφάνσεων του πρώιμου σοσιαλισμού». Το αν από ορισμένους θεωρείται χειρότερη από τον ναζισμό δεν μας αφορά, όπως δεν μας αφορούν και τα αντιδραστικά ιδεολογήματα με τα οποία η αστική τάξη προσπαθεί να εξισώσει τον ναζισμό / φασισμό με την ΕΣΣΔ. Αυτό που μας αφορά εδώ, είναι αν πραγματικά ο σταλινισμός είναι «ιδεολογική ψευδοέννοια αστικής-ιδεαλιστικής κατά βάση θεώρησης εκφάνσεων του πρώιμου σοσιαλισμού» και όχι μια έννοια που βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την πραγματικότητα.

Ο Τρότσκυ όρισε τον σταλινισμό, ανάμεσα σε άλλα σαν τον «ανεύθυνο δεσποτισμό της γραφειοκρατίας πάνω στον λαό», έχοντας πρώτα αναλύσει την έννοια της γραφειοκρατίας (σαν ένα κοινωνικό στρώμα που δεν αποτελεί τάξη αλλά προέκυψε από τις αντικειμενικές τάσεις της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ), έχοντας δείξει την αυθαιρεσία και τον δεσποτισμό της από την πολιτική και τον οικονομικό σχεδιασμό μέχρι την «αναμόρφωση» και «αναδιάταξη» του κόμματος και του κράτους με την παράλυση των σοβιέτ και της εργατικής εξουσίας. Έχοντας εξάρει τα οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα αλλά, ταυτόχρονα, έχοντας κριτικάρει τις αποτυχίες του σχεδιασμού που οφείλονταν αποκλειστικά στη γραφειοκρατία και τον τελεσιγραφισμό της. Ο Τρότσκυ χαρακτήρισε την ΕΣΣΔ σαν «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» σε αντίθεση με μεταγενέστερους λογίους που μίλησαν για «κρατικό καπιταλισμό», «κομματικό καπιταλισμό», «κρατικό σοσιαλισμό», «ολοκληρωτικό κράτος» κλπ.

Όλες οι έννοιες αυτές, που προσπαθούν ν’ απαντήσουν στο ερώτημα «ποια είναι η φύση του κράτους στην ΕΣΣΔ» απάντησαν είτε με τρόπο αυτό-αναφορικό (κρατικός καπιταλισμός!) είτε δεν πρόσθεσαν απολύτως τίποτε σε όσα ήδη γνωρίζαμε για την ΕΣΣΔ. Αλλά, για τον Τρότσκυ, ο σταλινισμός, δεν υπήρξε μια κενή «ιδεολογική ψευδοέννοια» (sic) αλλά μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα. Υπήρξε ο σφετερισμός της πολιτικής εξουσίας από τον Στάλιν, μέσα σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και οικονομικής καθυστέρησης της ΕΣΣΔ, με τρόπους που ήταν αδιανόητοι για τον Μαρξ και τον Λένιν.

Η ίδια η έννοια της «γραφειοκρατίας» ως κοινωνικού φαινομένου, προτάθηκε και αναλύθηκε από τον ίδιο τον Λένιν στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είδε τα αντικειμενικά προβλήματα που δημιουργούσε η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και οικονομική καθυστέρηση της ΕΣΣΔ, όπως είδε και τα πολλαπλά προβλήματα που προέκυψαν τόσο από τον «πολεμικό κομμουνισμό» όπως και από τη ΝΕΠ αλλά και τα προβλήματα με τον κρατικό μηχανισμό, την Κρατική Τράπεζα, τη λειτουργία του κράτους γενικά. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Λένιν έλεγε στο ΧΙ Συνέδριο το 1922:

«Αν πάρουμε τη Μόσχα με τους 4.700 κομμουνιστές της σε υπεύθυνες θέσεις, και αν πάρουμε την τεράστια γραφειοκρατική μηχανή, αυτό τον γιγάντιο σωρό, πρέπει να ρωτήσουμε: Ποιος τους κατευθύνει; Αμφιβάλλω πολύ αν στ’ αλήθεια μπορούμε να πούμε ότι οι Κομμουνιστές κατευθύνουν αυτό τον σωρό. Για να πούμε την αλήθεια, δεν κατευθύνουν, αλλά κατευθύνονται» (Άπαντα, τ. 33, σελ. 269-274).

Ας σταθούμε ωστόσο λίγο στο αν ο όρος «σταλινισμός» είναι πραγματικά μια «ιδεολογική ψευδοέννοια», δηλαδή μια έννοια που (αν ερμηνεύουμε σωστά τον Δ. Πατέλη) ο Τρότσκυ, οι τροτσκιστές και πιθανώς άλλοι, «λανθασμένα» απέδωσαν σ’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «εκφάνσεις του πρώιμου σοσιαλισμού».

Καταρχήν με τον όρο «εκφάνσεις του πρώιμου σοσιαλισμού» δεν ξέρει κανείς τι πρέπει να καταλάβει. Μιλάμε εδώ για «εκφάνσεις του πρώιμου σοσιαλισμού» γενικά ή για «εκφάνσεις του πρώιμου σοσιαλισμού» όπως ιστορικά αναπτύχθηκε στην ΕΣΣΔ; Αν πρόκειται, όπως είναι και το πιο σωστό, για τη δεύτερη περίπτωση, ο σταλινισμός δεν ήταν καθόλου μια αναπόφευκτη ιστορική αναγκαιότητα αλλά, αντίθετα, η εκμετάλλευση των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών από τον Στάλιν για να επιβάλλει τον δεσποτισμό του και την εξουσία του σε όλες τις πλευρές της κομματικής και σοβιετικής ζωής. Ήταν η ήττα της Γερμανικής επανάστασης και οι συνακόλουθες προδοσίες της Επανάστασης στην Ισπανία, την Κίνα και αλλού εκείνες που αφενός βοήθησαν στο να εδραιωθεί ο Στάλιν στην εξουσία του μέσα στα πλαίσια του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», δηλαδή σε μια χώρα που θα μπορούσε να έρθει σε αρμονική συνύπαρξη με τους ιμπεριαλιστές.

Χωρίς τη θεωρία των λαϊκών μετώπων, την ανατροπή των αποφάσεων των 4 πρώτων συνεδρίων της Κομιντέρν, την εξουδετέρωση της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων, την αδρανοποίηση των σοβιέτ και του εργατικού ελέγχου και τη μετατροπή τους σε τυπικά παραφερνέλια του καεστώτος, ο Στάλιν δεν θα είχε καταφέρει ποτέ να επιβάλλει την εξουσία του στο Κόμμα και το σοβιετικό κράτος. Δεν έχουμε λοιπόν, μια «ιδεολογική ψευδοέννοια» αλλά μια πραγματικότητα με την οποία οφείλουμε ν’ ασχοληθούμε σοβαρά αν θέλουμε, πραγματικά, ν’ ανανεώσουμε την κομμουνιστική προοπτική.

Όταν ο σ. Πατέλης γράφει: «Αξίζει να διερευνήσουμε το βαθμό (μάλλον ασυνείδητου) διαποτισμού από αυτά τα αστικά-ιδεαλιστικά ιδεολογήματα ορισμένων στάσεων έναντι των εγχειρημάτων του πρώιμου σοσιαλισμού και ερμηνειών της ήττας του, τα αίτια της οποίας ανάγονται συλλήβδην σε πολιτικές-διοικητικές αστοχίες και βουλητικές επιλογές ιθυνόντων», συμφωνούμε απόλυτα αλλά φοβόμαστε πως και ο ίδιος δεν επιθυμεί να το κάνει στα σοβαρά. Διαφορετικά, θα γνώριζε πάνω σε ποια συγκεκριμένη, ιστορικο – υλιστική βάση, οι τροτσκιστές έχουν μιλήσει για το φαινόμενο του σταλινισμού. Δεν το απέδωσαν, ξεκινώντας από τον ίδιο τον Τρότσκυ σε φαινόμενα «αυταρχισμού, ελλείματος δημοκρατίας, εργατικού ελέγχου, αμεσοδημοκρατίας, κ.ο.κ».

Αυτά, υπήρξαν οι συνέπειες και όχι η βάση του σταλινικού φαινομένου.

Η ίδια η βάση του σταλινικού φαινομένου είναι α) η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και οικονομική καθυστέρηση, β) η κούραση των μαζών από τους πολέμους, γ) η ίδια η ανάπτυξη της γραφειοκρατίας που έγκαιρα διέγνωσε και προσπάθησε να πολεμήσει ο Λένιν, δ) τα σοβαρά λάθη στον τομέα του σχεδιασμού και η παραπέρα γραφειοκρατικοποίηση τόσο των σοβιέτ όσο και του μπολσεβίκικου κόμματος και ε) την προδοσία της παγκόσμιας επανάστασης, ξεκινώντας από την αντικειμενική (και αθέλητη) ήττα της επανάστασης στη Γερμανία. Ο ίδιος ο Στάλιν έβαλε την προσωπική του σφραγίδα σ’ όλα αυτά, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια ένταση που ακόμα και τα εργατικά κράτη που γεννήθηκαν μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο εξακολουθούμε να τα χαρακτηρίζουμε «σταλινικά».

Ασφαλώς, η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι μια ήρεμη περίοδος, αλλά μια περίοδος γεμάτη παλινωδίες, desu, καθυστερήσεις, ήττες και ζιγκ - ζαγκ.

«Για να εξηγήσουμε την ιδέα μιας περιόδου που γεννιέται μια νέα κουλτούρα στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης πιο συγκεκριμένα, ας θεωρήσουμε την ιστορική διαδοχή όχι των τάξεων, αλλά των γενεών. Η συνέχεια τους εκφράζεται στο γεγονός ότι καθεμιά προσθέτει τον θησαυρό της στις προηγούμενες σωρεύσεις της κουλτούρας. Αλλά πριν να μπορέσει να το κάνει, κάθε νέα γενιά πρέπει να περάσει από ένα στάδιο μαθητείας. Κατακτά την υπάρχουσα κουλτούρα και τη μετασχηματίζει με τον δικό της τρόπο, κάνοντάς την περισσότερο ή λιγότερο διαφορετική από εκείνη της παλιότερης γενιάς. Αλλά αυτή η κατάκτηση δεν είναι, ακόμα, μια νέα δημιουργία, δηλαδή δεν είναι δημιουργία νέων είπαμε μπορεί να εφαρμοσθεί και στα πεπρωμένα των εργαζόμενων μαζών που ανέρχονται για να δημιουργήσουν μια νέα εποχή. Κάποιος πρέπει μόνο να προσθέσει ότι πριν το προλεταριάτο περάσει την περίοδο της μαθητείας, θα έχει πάψει να είναι προλεταριάτο» (Trotsky, 1923).

Ο παραλληλισμός με τις γενεές δημιουργεί ασφαλώς την ιδέα ότι καμιά τάξη δεν μπορεί να παραχωρήσει την εξουσία της και καμιά νέα δεν μπορεί να την αναλάβει με επιτυχία, εκτός αν οι βάσεις έχουν τεθεί για τη νέα τάξη ώστε να μπορεί να κατανοήσει, να κατακτήσει και να αναπτύξει παραπέρα το υπάρχον απόθεμα γνώσης, κουλτούρας και φυσικά υλικής παραγωγής. Είναι ασφαλώς αξιοθαύμαστη η παρατήρηση του Τρότσκυ πως:

«Το προλεταριάτο δεν βρήκε το όπλο του στον Μαρξισμό αμέσως και όχι πλήρως ακόμη και σήμερα. Σήμερα το όπλο αυτό εξυπηρετεί πολιτικούς στόχους σχεδόν πρωταρχικά και αποκλειστικά. Η ευρύτερη ρεαλιστική εφαρμογή και η μεθοδολογική ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού ανήκουν ακόμη εντελώς στο μέλλον. Μόνο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα πάψει ο Μαρξισμός να είναι ένα μονόπλευρο όπλο πολιτικού αγώνα και θα γίνει ένα μέσο επιστημονικής δημιουργίας, ένα σημαντικότατο στοιχείο και εργαλείο του πολιτισμού» (Trotsky, 1923).

Τα θεμελιώδη προβλήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού αναδεικνύονται ως εξής:

«Αλλά θα ήταν αφελές να νομίσουμε πως το προλεταριάτο πρέπει να αναδιοργανώσει κριτικά ολόκληρη την επιστήμη που κληρονομήθηκε από τη μπουρζουαζία πριν να εφαρμοστεί στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Είναι το ίδιο σαν να λέμε όπως και οι ουτοπιστές ηθικολόγοι: Πριν χτιστεί μια νέα κοινωνία, το προλεταριάτο πρέπει ν’ ανέβει στα ύψη της κομμουνιστικής ηθικής. Στην πραγματικότητα, ο προλετάριος πρέπει ν’ αναδιοργανώσει δραστικά την ηθική και την επιστήμη, αλλά θα το κάνει αφού θα έχει δημιουργήσει τη νέα κοινωνία, ακόμη και σε αδρές γραμμές. Δεν έχουμε ωστόσο έναν ατέρμονα κύκλο; Πως θα χτίσει κάποιος μια νέα κοινωνία με τη βοήθεια της παλιάς επιστήμης και της παλιάς ηθικής; Εδώ πρέπει να εφαρμόσουμε ολίγη διαλεκτική, αυτή την ίδια διαλεκτική που τώρα βάζουμε σπάταλα στη λυρική ποίηση και τη λογιστική μας και τη λαχανόσουπά μας και τον χυλό μας. Για να ξεκινήσει τη δουλειά, η προλεταριακή πρωτοπορία χρειάζεται συγκεκριμένα αφετηριακά σημεία, συγκεκριμένες επιστημονικές μεθόδους που απελευθερώνουν το μυαλό από τα ιδεολογικά δεσμά της μπουρζουαζίας. Τα κατακτά, ήδη τα έχει κατακτήσει. Έχει ελέγξει τη θεμελιώδη του μέθοδο σε πολλές μάχες, κάτω από διάφορες συνθήκες. Αλλά αυτό είναι ακόμη μακριά από μια προλεταριακή επιστήμη.

» Μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί να σταματήσει τον αγώνα της επειδή το κόμμα δεν αποφάσισε ακόμα αν πρέπει ή δεν πρέπει να δεχτεί την υπόθεση των ηλεκτρονίων και των ιόντων, τη ψυχοαναλυτική θεωρία του Φρόϋντ, τις νέες μαθηματικές ανακαλύψεις της σχετικότητας κλπ. Είναι αλήθεια πως αφού έχει κατακτήσει την εξουσία το προλεταριάτο, θα έχει πολύ περισσότερες ευκαιρίες να κατακτήσει την επιστήμη και να την αναθεωρήσει. Αυτό είναι εύκολο να το λέει κανείς παρά να το κάνει. το προλεταριάτο δεν μπορεί να αναβάλλει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού μέχρι την εποχή που οι νέοι του επιστήμονες, πολλοί απ’ τους οποίους φοράνε ακόμη κοντά παντελονάκια, θα ελέγξει και θα ξεκαθαρίσει όλα τα εργαλεία και όλα τα κανάλια της γνώσης. Το προλεταριάτο απορρίπτει οτιδήποτε είναι ολοφάνερα άχρηστο, λανθασμένο και αντιδραστικό, και στα διάφορα πεδία της οικοδόμησης χρησιμοποιεί τις μεθόδους και τα συμπεράσματα της σημερινής επιστήμης, κάνοντάς τα δεκτά με το αναγκαίο ποσοστό του αντιδραστικού ταξικού κράματος που εμπεριέχεται σ’ αυτά. Το πρακτικό αποτέλεσμα θα δικαιολογηθεί γενικά και συνολικά, γιατί μια τέτοια χρήση ελεγχόμενη από τον σοσιαλιστικό σκοπό, σταδιακά θα καταφέρει να επιλέξει τις μεθόδους και τα συμπεράσματα της θεωρίας» (Trotsky, 1923).

Επομένως, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει το προλεταριάτο τις τρέχουσες τεχνολογικές και επιστημονικές πρακτικές «ελεγχόμενες από τον σοσιαλιστικό στόχο» ώστε σταδιακά να επιλεγούν εκείνες οι μέθοδοι και εκείνα τα συμπεράσματα της ιστορίας πρακτικά δικαιωμένα. Χρειάζονται, επομένως, αφετηριακά σημεία και συγκεκριμένες επιστημονικές μέθοδοι (ακόμη και πολιτικές όπως η ΝΕΠ θα προσθέταμε) που θα χρησιμοποιηθούν με σκοπό «να ανοίξει ο δρόμος» και να απελευθερωθεί η συνείδηση που θα χτίσει τη νέα κοινωνία. Είναι με αυτή την έννοια που χρειάζεται «ολίγη διαλεκτική» εφαρμοσμένη στην πρακτική ζωή, δηλαδή το γεγονός ότι η αναγκαιότητα της εξέλιξης απαιτεί την ύπαρξη ενός αφετηριακού σημείου, διαφορετικά πέφτουμε σε έναν «ατέρμονα κύκλο» και τις ατέρμονες, ατέλειωτες και άχρηστες διαπιστώσεις των ουτοπικών σοσιαλιστών. Η δικτατορία του προλεταριάτου, το εργατικό κράτος, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στα διάφορα στάδιά του και τελικά η νέα, κομμουνιστική κοινωνία υπακούν σε μια τέτοια διαλεκτική.

Για τον Στάλιν τέτοια ζητήματα ήταν λυμένα στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» όταν έγραφε πως «οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας στον σοσιαλισμό είναι αντικειμενικοί νόμοι […] και λειτουργούν ανεξάρτητα από τη θέλησή μας». Ο Day (1990) σωστά έχει ανάγει τέτοιες διαστρεβλώσεις στη λανθασμένη αντίληψη της διαλεκτικής. Για τη διαλεκτική δεν είναι μόνο σωστό πως η ανθρώπινη συνείδηση αντανακλά τους αδήριτους και σιδερένιους νόμους της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά είναι επίσης σωστό ότι η ανθρώπινη συνείδηση δημιουργεί τον εξωτερικό κόσμο διαμέσου της ζωντανής εργασίας. Πχ

« … ο κόσμος δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος αποφασίζει να τον αλλάξει με τη δραστηριότητά του» ή «η συνείδηση του ανθρώπου όχι μόνο αντανακλά τον πραγματικό κόσμο αλλά τον δημιουργεί» και « «θέληση», «πρακτική δραστηριότητα» … εμφανίζονται σαν δυο πλευρές, δυο μέθοδοι, δυο μέσα να εξαφανιστεί το «μονόπλευρο» τόσο της υποκειμενικότητας όσο και της αντικειμενικότητας» (Λένιν, «Φιλοσοφικά Τετράδια»).

Στο παραπάνω απόσπασμα του Τρότσκυ (από τα 1923) είναι απόλυτα σωστό πως η μαρξιστική θέση της εργασίας που αιτιάται και αλλάζει τον κόσμο ξαναβρίσκει τη θέση της στην πολιτική του εργατικού κράτους. Για τον Μπουχάριν τα πράγματα είναι σαφώς πιο απλά και βρίσκονται εγγύτερα στις σταλινικές θέσεις για «άμεση αντανάκλαση» και τον χυδαίο υλισμό που κονιορτοποιήθηκε από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά Τετράδια». Τέτοιες απόψεις του Μπουχάριν εκτίθενται κατά κόρον στο έργο του «Ιστορικός Υλισμός: Ένα κοινωνιολογικό σύστημα» (Bukharin, 1969, σελ. 54, 60, 74-75, 107 και 156).

Οι ιδέες του Τρότσκυ μπορούν να γίνουν πιο σαφείς και κατανοητές αν λάβουμε υπόψη μας τα ακόλουθα. Στις 22 Οκτώβρη του 1932, ο Τρότσκυ γράφει στο άρθρο του «Η σοβιετική οικονομία σε κίνδυνο»:

«Εάν υπήρχε ο καθολικός νους, όπως τον περιέγραψε η επιστημονική φαντασία του Λαπλάς, ένας εγκέφαλος που να κατέγραφε ταυτόχρονα όλες τις διαδικασίες στη φύση και στην κοινωνία, που να μετράει τη δυναμική των κινήσεών τους, που να προβλέπει το αποτέλεσμα της δράσης τους, ένας τέτοιος εγκέφαλος θα μπορούσε προφανώς να καταστρώσει εκ των προτέρων ένα αλάθητο και εξαντλητικό σχέδιο, αρχίζοντας με τις ακριβείς εκτάσεις που χρειάζονται για ζωοτροφές και φθάνοντας μέχρι το τελευταίο κουμπί για τα σακάκια.

»Στην πραγματικότητα, η γραφειοκρατία συχνά φαντάζεται ότι διαθέτει έναν τέτοιον εγκέφαλο: Για αυτό και αποδεσμεύεται τόσο εύκολα από τον έλεγχο της αγοράς και της σοβιετικής δημοκρατίας. Αλλά στην πραγματικότητα, η γραφειοκρατία σφάλλει τρομερά στην εκτίμηση των διανοητικών της ικανοτήτων (...). Οι αναρίθμητοι συμμετέχοντες στην κρατική οικονομία -συλλογικοί, ιδιωτικοί, ατομικοί- εκδηλώνουν τις απαιτήσεις τους και τους συσχετισμούς δύναμης αναμεταξύ τους όχι μόνο μέσα από τις στατιστικές εκθέσεις των επιτροπών του σχεδίου, αλλά και μέσα από την αναπόφευκτη επίδραση της προσφοράς και ζήτησης. Το σχέδιο ελέγχεται και, ως ένα σημαντικό βαθμό, πραγματώνεται δια μέσου της αγοράς. Η ρύθμιση της ίδιας της αγοράς πρέπει να βασίζεται στις τάσεις που αναδύονται».

Τα λόγια αυτά του Τρότσκυ θυμίζουν όσα αργότερα έλεγε ο Hayek (1940) για να «αποδείξει» το απραγματοποίητο του κεντρικού σχεδιασμού. Ωστόσο, από τη σκοπιά του Hayek όλα ανάγονται στη θεοποίηση του καπιταλισμού: Ο καπιταλιστής που μεγιστοποιεί το κέρδος του δεν χρειάζεται παρά να έχει ελάχιστα δεδομένα στη διάθεσή του και σ’ ότι αφορά το σύστημα σαν όλο, όλα λειτουργούν ομαλά και ακόμη και οι κρίσεις είναι δείγμα της υγείας του συστήματος, δηλαδή ένα είδος «κοινωνικού δαρβινισμού». Για τον Τρότσκυ, είναι ακριβώς αυτή η τεράστια σπατάλη του καπιταλιστικού συστήματος που μπορεί να αποφευχθεί με τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, την κρατικοποιημένη ιδιοκτησία, τον σχεδιασμό και τη σοβιετική δημοκρατία.

Γράφει ο Τρότσκυ στην «Προδομένη Επανάσταση»: «Ενώ η ανάπτυξη της βιομηχανίας και η είσοδος της γεωργίας στη σφαίρα του σχεδιασμού περιπλέκουν εξαιρετικά τα καθήκοντα της ηγεσίας, βάζοντας στην πρώτη γραμμή το πρόβλημα της ποιότητας, η γραφειοκρατία σκοτώνει τη δημιουργική πρωτοβουλία και το αίσθημα ευθύνης χωρίς το οποίο δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτική πρόοδος. […] Στην εθνικοποιημένη οικονομία, η ποιότητα απαιτεί τη δημοκρατία των παραγωγών και των καταναλωτών, την ελευθερία κριτικής και πρωτοβουλία -όλα πράγματα ασυμβίβαστα με το ολοκληρωτικό καθεστώς του φόβου, της ψευτιάς και της κολακείας».

Για τον Στάλιν και τον Μπουχάριν οι στόχοι της εκβιομηχάνισης ήταν απόλυτοι και σταθεροί, αποτελούσαν τον στόχο και ταυτόχρονα υπεδείκνυαν αναμφισβήτητα και τον τρόπο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Για τον Τρότσκυ, η συμμετοχή των ίδιων των άμεσων παραγωγών, η εργατική δημοκρατία αλλά και το να λαμβάνεται υπόψη η θεμελιώδης οικονομική πραγματικότητα της αγοράς ήταν αδήριτες αναγκαιότητες που δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν με αποφάσεις, διοικητικά μέτρα και την ανάδειξη μιας νέας γραφειοκρατίας μονίμων στελεχών που αρκούνταν να εκτελούν τις άνωθεν εντολές και να κάνουν σχέδια επί χάρτου σε ότι αφορά το ζωτικό ζήτημα του κρατικού σχεδιασμού.

Όπως γράφει αλλού ο Τρότσκυ:

«Στο δημοτικό σχολείο του Μαρξισμού μάθαμε πως είναι αδύνατο με ένα άλμα να φτάσουμε από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Ούτε κανείς μας ερμήνευσε τόσο μηχανιστικά τα λόγια του Έγκελς σχετικά με το άλμα από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο πεδίο της ελευθερίας. Κανείς μας δεν πίστεψε ποτέ ότι μόλις κατακτηθεί η εξουσία, η νέα κοινωνία θα χτιστεί σε μια νύχτα. Αυτό που πραγματικά ο Έγκελς είχε κατά νου ήταν μια ολόκληρη εποχή επαναστατικών μετασχηματισμών που σε μια παγκόσμια ιστορική κλίμακα πραγματικά θα σηματοδοτούσαν ένα “άλμα”. Από την άποψη της πρακτικής δουλειάς, ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα άλμα αλλά για ένα ολόκληρο σύστημα αλληλοσυνδεόμενων μεταρρυθμίσεων, μετασχηματισμών και μερικές φορές πολύ λεπτομερειακά εγχειρήματα. Είναι εντελώς φανερό ότι από την οικονομική πλευρά η απαλλοτρίωση της μπουρζουαζίας δικαιολογείται στην έκταση που το εργατικό κράτος είναι ικανό να οργανώσει την εκμετάλλευση των επιχειρήσεων πάνω σ’ ένα νέο ξεκίνημα» (Trotsky, 1922).

Ενώ επομένως, το πέρασμα στο κομμουνισμό είναι ένα ιστορικό άλμα (που πραγματώνεται ως τέτοιο μέσα από μια ολόκληρη εποχή επαναστατικών μετασχηματισμών σε παγκόσμια κλίμακα) σε μια δοσμένη κατάσταση θα πρέπει να γίνουν μετασχηματισμοί, μεταρρυθμίσεις, πολύπλοκοι υπολογισμοί τους οποίους κανείς δεν θα πρέπει να ξεχνά και να νομίζει πως με πολιτικά και μόνον μέσα μπορεί να αντιμετωπίσει τις αδυσώπητες πραγματικότητες της παγκόσμιας οικονομίας. Μια από τις ρίζες του σταλινικού φαινομένου βρίσκεται ακριβώς στην παραγνώριση των νόμων του σχεδιασμού και των αλληλεξαρτήσεων στον μηχανισμό της σοσιαλιστικής οικονομίας, τον εξοβελισμό των σοβιέτ από τη διεύθυνση των επιχειρήσεων και τη συνειδητή παραγνώριση των στοιχειωδών οικονομικών αρχών σε μια οικονομία γεμάτη αλληλοσχέσεις, αλληλεξαρτήσεις και αλληλοσυνδέσεις.

Συχνά ο Τρότσκυ έχει κατηγορηθεί σαν αντίπαλος της ΝΕΠ και αρκετές άλλες σαν υπέρμαχος της ΝΕΠ και της συνέχειας της στην αναγκαστική κολλεκτιβοποίηση. Τα πράγματα είναι, ωστόσο, ξεκάθαρα. Όπως εξηγεί ο Τρότσκυ:

« … Η Νέα Οικονομική Πολιτική δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις σχέσεις ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Η πολιτική αυτή είναι ένα αναγκαίο στάδιο στην ανάπτυξη της κρατικοποιημένης βιομηχανίας. Ανάμεσα στον καπιταλισμό, στον οποίο τα μέσα παραγωγής είναι ιδιοκτησία των ατόμων και όλες οι οικονομικές σχέσεις κανονίζονται από την αγορά – λέω λοιπόν, ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον ολοκληρωμένο σοσιαλισμό, με τη κοινωνικά σχεδιαζόμενη οικονομία του, υπάρχει ένας αριθμός μεταβατικών σταδίων και η ΝΕΠ είναι ουσιαστικά ένα απ’ αυτά τα στάδια» (Trotsky, 1922).

Επομένως η ΝΕΠ δεν αντιμετωπίζεται σαν «επιλογή», αλλά σαν ένα από τα μεταβατικά στάδια που είναι αναγκαία ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό-της-σχεδιοποίησης. Κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί πόσο «εύκολη» είναι η κατασκευή ενός σχεδίου της οικονομίας, πόσο «δραστικά» θα μεταβάλλει το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων κτλ, αλλά η αδήριτη οικονομική πραγματικότητα είναι ότι, τελικά, κάθε σχέδιο πρέπει να δοκιμαστεί και να περάσει από τους μηχανισμούς της προσφοράς και της ζήτησης κι επίσης ότι η μετάβαση σε μια σχεδιοποιημένη οικονομία απαιτεί μια ολόκληρη μετάβαση.

Ακόμη και στο πεδίο των σιδηροδρόμων, μια βιομηχανία στην οποία το σχέδιο θεωρείται κατ’ εξοχήν εύκολη υπόθεση, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι.

Όπως γράφει ο Τρότσκυ:

«Το αν μια συγκεκριμένη σιδηροδρομική γραμμή είναι ευεργετική για την οικονομία μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσω της αγοράς – όσο ακόμα δεν έχουμε δουλέψει τις μεθόδους των συνολικών στατιστικών υπολογισμών μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Και αυτές οι μέθοδοι, όπως έχω πει, μπορούν να γίνουν διαθέσιμες μόνο σαν αποτέλεσμα εκτεταμένης πρακτικής εμπειρίας που θα κερδηθεί στη βάση των εθνικοποιημένων μέσων παραγωγής» (Trotsky, 1922).

Για τον Τρότσκυ, επομένως, είναι ξεκάθαρο πως οι στόχοι του σχεδίου όπως είναι πχ το βασικό ερώτημα αν μια ορισμένη σιδηροδρομική γραμμή είναι κοινωνικά χρήσιμη ή αν η συσσώρευση πρέπει να γίνει σ’ αυτούς και σ’ εκείνους τους κλάδους μ’ έναν δεδομένο ρυθμό, μπορεί να γίνει μόνο μέσω των αγορών, στο βαθμό που οι μαθηματικές και στατιστικές ανάγκες του κεντρικού σχεδιασμού δεν έχουν ακόμη φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που να δικαιολογούν την κατασκευή ενός αξιόπιστου πλάνου. Φυσικά, οι ίδιες οι μέθοδοι και τεχνικές του σχεδιασμού δεν μπορούν παρά «να προκύψουν μόνο σαν αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης πρακτικής εμπειρίας που θα αποκτηθεί στη βάση των εθνικοποιημένων μέσων παραγωγής». Για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, ασφαλώς θα πρέπει κανείς να θέλει να το κάνει αντί να παλινωδεί ανάμεσα στα δυο άκρα, πλήρης ελευθερία της αγοράς από τη μια και κεντροποιημένος σχεδιασμός βασισμένος σε ανεπαρκή στοιχεία από την άλλη, κάτι που χαρακτήρισε τον σχεδιασμό στην ΕΣΣΔ.

Για τον Τρότσκυ, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν μπορούσε να γίνει ούτε αυτόματα, ούτε με διαταγές, ούτε με τελεσίγραφα. Δεν μπορούσε παρά να γίνει με σύνεση, με το να λαμβάνονται υπόψη οι θεμελιώδεις οικονομικοί μηχανισμοί και πάνω απ’ όλα στη βάση μιας διαλεκτικής που προκύπτει από την ίδια την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και τις θεμελιώδεις πραγματικότητες του οικονομικού μηχανισμού. Τέτοιες ήταν οι αντιλήψεις του Τρότσκυ όπως προκύπτουν από τα γραφτά του που δώσαμε μέχρι το σημείο αυτό.

Ας περάσουμε τώρα στα περί «ιδεολογικής ψευδοέννοιας αστικής-ιδεαλιστικής κατά βάση θεώρησης». Τι είναι η «Έννοια» στον διαλεκτικό υλισμό; Ο Λένιν μας μιλά για «ανθρώπινες έννοιες που πρέπει εξίσου να είναι εύκαμπτες, επεξεργασμένες, ευέλικτες, ευκίνητες, σχετικές, αμοιβαία συνδεμένες, ενωμένες σε αντίθετα, ώστε να αγκαλιάζουν τον κόσμο», (Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, σελ. 131). Έννοια και πραγματικότητα πρέπει να βρίσκονται σε μια ζωντανή σχέση, διαφορετικά είναι «νεκρές μορφές» που δεν εκφράζουν, δεν αντανακλούν και δεν «φέρνουν» στην ανάλυσή μας τη ζωντάνια και την αντιφατικότητα, την αλληλοδιείσδυση των πραγμάτων στον αντικειμενικό κόσμο. Διερωτάται κανείς με βάση τι είδους έννοιες πρέπει να κάνει μια επιστημονική, φιλοσοφική ανάλυση. Με νεκρές έννοιες όπως «πρώιμος σοσιαλισμός» ή με ζωντανές έννοιες που επιτρέπουν μια ζωντανή κριτική και μια εκ βάθρων κατανόηση του σοσιαλισμού; Ας δούμε πως ο Τρότσκυ εφαρμόζει τις ζωντανές έννοιες στην ανάλυση του σταλινισμού:

«Το προλεταριάτο μπορεί να πάρει την εξουσία μόνο διαμέσου της πρωτοπορίας του. Η ίδια η ανάγκη για κρατική εξουσία απορρέει από το ανεπαρκές πολιτιστικό επίπεδο των μαζών και την ανομοιογένειά τους. Στην επαναστατική πρωτοπορία, την οργανωμένη σε ένα κόμμα, αποκρυσταλλώνεται η επιθυμία των μαζών να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Χωρίς την εμπιστοσύνη της τάξης στην πρωτοπορία, χωρίς την υποστήριξη της πρωτοπορίας από την τάξη, δεν μπορείς να συζητάς για την κατάκτηση της εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, η προλεταριακή επανάσταση και η δικτατορία είναι έργο ολόκληρης της τάξης, αλλά μόνο κάτω από την ηγεσία της πρωτοπορίας. Τα Σοβιέτ δεν είναι παρά η οργανωμένη μορφή του δεσμού ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη.

» Ένα επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να δοθεί σε αυτή τη μορφή μόνο από το Κόμμα. Αυτό αποδείχνεται τόσο από τη θετική εμπειρία της Οχτωβριανής Επανάστασης, όσο και από την αρνητική εμπειρία των άλλων χωρών (Γερμανία, Αυστρία και τελικά Ισπανία). Κανείς δεν έχει δείξει στην πράξη ούτε προσπάθησε να εξηγήσει με σαφήνεια στο χαρτί το πώς το προλεταριάτο μπορεί να πάρει την εξουσία δίχως την πολιτική ηγεσία του Κόμματος που ξέρει τι θέλει. Το γεγονός ότι το Κόμμα αυτό έχει υποτάξει πολιτικά τα Σοβιέτ στην ηγεσία του, έχει, αυτό καθεαυτό, καταργήσει το σοβιετικό σύστημα τόσο, όσο η κυριαρχία της συντηρητικής πλειοψηφίας έχει καταργήσει το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα» (1937, «Σταλινισμός και Μπολσεβικισμός»).

Και να ποια είναι η απάντηση του Τρότσκυ στα διάφορα «ανήθικα», «απάνθρωπα» και άλλα ανυπόστατα:

«Οι ηθικές ιδιότητες κάθε κόμματος πηγάζουν, σε τελευταία ανάλυση, από τα ιστορικά συμφέροντα που αντιπροσωπεύει. Οι ηθικές ιδιότητες του Μπολσεβικισμού, η αυταπάρνηση, η ανιδιοτέλεια, η τόλμη και η περιφρόνηση για κάθε είδους φτιασίδωμα και εξαπάτηση –οι υπέρτατες ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης!– απορρέουν από την επαναστατική αδιαλλαξία στην υπηρεσία των καταπιεσμένων. Η σταλινική γραφειοκρατία, και σ’ αυτό τον τομέα, αντιγράφει τις λέξεις και επαναλαμβάνει τις χειρονομίες του Μπολσεβικισμού. Αλλά όταν η «αδιαλλαξία» και η «ακαμψία» εφαρμόζονται από την αστυνομική μηχανή στην υπηρεσία μιας προνομιούχας μειοψηφίας, γίνονται μια πηγή εξαχρείωσης και γκαγκστερισμού. Μόνο περιφρόνηση μπορεί να αισθανθεί κανείς για όλους αυτούς τους κυρίους που ταυτίζουν τον επαναστατικό ηρωισμό των Μπολσεβίκων με το γραφειοκρατικό κυνισμό των θερμιδοριανών» ( στο ίδιο).

Ποιες ψευδοέννοιες υπάρχουν εδώ;

Ποιες κατηγορίες δεν είναι αυστηρά διαλεκτικές και σε πλήρη συνάφεια μεταξύ τους;

Που είναι τα κακά «ιδεολογήματα» τα οποία θέλει να μας φορτώσει ο σ. Πατέλης;

Είναι γνωστό ότι «… τα τελευταία πενήντα χρόνια η ιδεαλιστική φιλοσοφία προσπάθησε με κάθε τρόπο να μειώσει το ρόλο της έννοιας σαν όπλου της επιστημονικής γνώσης (…) Άλλοι τις θεωρούν απλά σαν λέξεις που δεν κρύβουν τίποτε το υλικό και ανάγουν τη λογική σε ανάλυση της γλώσσας» (Μ. Μ. Ρόζενταλ, «Διαλεκτική Λογική», εκδ. οίκος Γνώσεις, Αθήνα 1962, σ. 160). Οι έννοιες δεν είναι παρά έκφραση της ουσίας των πραγμάτων κι’ αυτό περιλαμβάνει τη διάκριση των κύριων πλευρών ενός φαινομένου και τη διαλεκτική θεώρηση κι’ ερμηνεία των φαινομένων. «Στη γνώση, παρμένη σ’ όλη της την πολυπλοκότητα, η νόηση δεν ενεργεί με έτοιμες, αλλά με αναπτυσσόμενες έννοιες, αυτή έχει σχέση όχι με την ταυτότητα της έννοιας και της πραγματικότητας, αλλά με τη διαλεκτικά αντιφατική λειτουργία της μιας με την άλλη. Αυτό σημαίνει ότι οι έννοιες έχουν την ιστορία τους και ότι το σοβαρό για τη λογική δεν είναι μόνο η σχέση ανάμεσα στις έτοιμες έννοιες. Αποφασιστική σημασία για την ερμηνεία της γνώσης έχει η έρευνα της λογικής της κίνησης, της ανάπτυξης, της αλλαγής των εννοιών» (Ρόζενταλ, όπ.π., σ. 162).

Οι έννοιες, είναι αντανακλάσεις της ουσίας των πραγμάτων κι’ ακολουθούν τη διαλεκτική τους, που με τη σειρά της προσδιορίζεται από τη διαλεκτική της κίνησης του υλικού κόσμου, της πραγματικότητας. Απ’ εδώ προκύπτει πως η έννοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαλεκτική του μερικού και του γενικού και με τέτοιον τρόπο πρέπει να κατανοηθεί. Η ουσία των πραγμάτων δεν είναι παρά η κατανόησή τους σαν εσωτερικές αντιφάσεις που είναι η αιτία της κίνησης και της μεταβολής. Ο Χέγκελ τόνιζε πως «κάθε πολυμορφία στέκεται έξω από την έννοια», θέλοντας να πει πως οι «αφηρημένες γενικεύσεις» δεν είναι γενικεύσεις που κλιμακώνονται και οδηγούν στην ουσία, αλλά γενικεύσεις που δεν είναι σωστές διότι δεν βλέπουν το γενικό σαν ενότητα αντιθέτων.

Ο Χέγκελ «ανέλυε την έννοια σαν διαλεκτική ενότητα αντιθέτων, του γενικού και του ατομικού (καθώς και του ειδικού), σαν έκφραση της ουσίας, όπου περικλείεται ο πλούτος του ατομικού, του πολύμορφου (…) Το γενικό, υποστήριζε, “δεν έχει το ατομικό μέσα στον εαυτό του”, “μένει ξένο στην έννοια”. Η τέτοια αφαίρεση δε μπορεί να συλλάβει τη ζωή, γιατί “αυτή δεν αφήνει να πλησιάσει στα προϊόντα της την ατομικότητα και έτσι περνάει μόνο στις χωρίς ζωή και πνοή, στις άχρωμες, και χωρίς περιεχόμενο γενικεύσεις”» (Ρόζενταλ, όπ.π., σ. 164).

Ο ολοκληρωτισμός σαν «αφηρημένη γενικότητα», δηλαδή ο ολοκληρωτισμός γενικά, όπως χρησιμοποιείται από πολλούς αντιδραστικούς, δεν έχει μέσα του τον ιδιαίτερο πλούτο της πολυμορφίας, κι’ έτσι, στην απτή πραγματικότητα, καταντά μια άχρηστη και προβληματική έννοια. Το ειδικό με τη σειρά του, δεν περιέχει τίποτε από τον πλούτο του γενικού, δηλαδή την πραγματική ουσία του ολοκληρωτισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Η ουσία των πραγμάτων «καθρεφτίζεται» στις έννοιες, αλλά η επιλογή των εννοιών σε μια επιστημονική ανάλυση έχει τεράστια σημασία. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα έθνη, τη φυλή, τον ολοκληρωτισμό, την καταπίεση κλπ αλλά δεν θα καταλήξουμε σε καμιά επιστημονική ανάλυση αν δεν υιοθετήσουμε έννοιες όπως η πάλη των τάξεων, το κράτος, ο σοσιαλισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο εκφυλισμός της επανάστασης σε κάποιο σημείο της, το «Θερμιδώρ».

Αυτό το ξέρει κάθε μαρξιστής. Η έννοια είναι «συγκεκριμένη γενικότητα», δηλαδή γενικότητα που περικλείει τον πλούτο του ατομικού και γενικεύει τις ουσιαστικές πλευρές. Αν το κάνουμε αυτό, στην περίπτωση του σταλινισμού, θα δούμε ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αντιδραστική κατασκευή στην εποχή του ιμπεριαλισμού στην οποία, κατά κύριο λόγο, οι ανταγωνισμοί έχουν λάβει τη μορφή των ανταγωνισμών ανάμεσα σε ιμπεριαλιστές και ενώσεις τραστ. Στην «αφηρημένη γενικότητα» κανένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να βγει και οδηγούμαστε σε μια καντιανή προσέγγιση με τελική κατάληξη τον απόλυτο και χωρίς όρια, ιδεαλισμό.

«Έτσι η έννοια στη διαλεκτική λογική είναι ενότητα αντιθέτων: όντας γενικό εκφράζει γι’ αυτό την ουσία του ατομικού, του ξεχωριστού και μ’ αυτό το νόημα το γενικό είναι ατομικό. Όντας ενσάρκωση του πλούτου του ατομικού, υψωμένη από το ατομικό στο γενικό, η έννοια εκφράζει γι’ αυτό όχι απλώς τα γενικά γνωρίσματα του ατομικού, αλλά το γενικό σαν ουσία, σαν νόμο, και μ’ αυτό το νόημα το ατομικό είναι γενικό (…) Η διαλεκτική ερμηνεία της έννοιας, [έγκειται στην] αλληλοδιείσδυση του γενικού και του ατομικού …» (Ρόζενταλ, όπ.π., σ. 167).

Για παράδειγμα, η έννοια της ύλης γενικεύει άπειρες εκδηλώσεις της ύπαρξης της φύσης αλλά γενικεύει από την άποψη της θεωρίας της γνώσης (και όχι, ασφαλώς, από την άποψη της ίδιας της ύλης). Κάθε φύλλο είναι διαφορετικό από ένα άλλο αλλά από την άποψη των μηχανισμών φωτοσύνθεσης, η γενίκευση της ουσίας στην έννοια «φύλλο» είναι πλήρως αποδεκτή. Στην έννοια «φύλλο» σαν «συγκεκριμένη γενίκευση» ενυπάρχει όλος ο πλούτος της ατομικότητας και από την ατομικότητα διαλεκτικά καταλήγουμε στη «συγκεκριμένη γενίκευση» για να κατανοήσουμε την ειδική περίπτωση, το μερικό, από ένα ανώτερο επίπεδο –μια διαδικασία που όχι τυχαία είναι η ίδια η διαλεκτική της γνώσης και η διαλεκτική ανάλυση των φαινομένων στην κίνησή τους (δηλαδή σαν ενότητες αντιθέτων).

Σαν ένα άλλο παράδειγμα, για τον Χέγκελ, η ατομικότητα δεν είναι παρά η σύμπτωση του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στη διαδικασία της γνώσης, δηλαδή η στιγμή που κατανοούμε τα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό, η διαλεκτική κίνηση επανεγγράφει αυτή την κατανόηση στη «συλλογική συνείδηση» και έτσι γίνεται δυνατή η πρόοδός της με την έννοια που αναφέραμε παραπάνω. Το «κοινωνικό καλό» δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από τα μέρη του και τη συμμετοχή που έχουν σ’ αυτό, δηλαδή δεν μπορεί παρά να προκύψει από μια «συλλογική συνείδηση» που είναι ορθολογική, αντικειμενική, όπως είδαμε πιο πάνω, και προκύπτει δημοκρατικά.

Από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, υπάρχουν πολλαπλοί ιδιαίτεροι ολοκληρωτισμοί αλλά όλοι μπορούν να αναχθούν σε συγκεκριμένη γενίκευση στην έννοια του «ολοκληρωτισμού» που είναι ενότητα του γενικού (της έννοιας) με το μερικό, καθώς και το ειδικό. Λέγοντας, ωστόσο, «από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας», εννοούμε από τη ταξική και ιστορικο-υλιστική σκοπιά μελέτης των κοινωνικών φαινομένων και κυρίως από τη σκοπιά της επαναστατικής αλλαγής του κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, ο ολοκληρωτισμός ήταν και παραμένει ένα όργανο της κυρίαρχης τάξης ή κάστας για να δικαιολογήσει και να διαιωνίσει την κυριαρχία της, ένα ενδιάμεσο στάδιο προς τον φασισμό και τον βοναπαρτισμό (ή προς τον σοσιαλισμό αν νικήσει η πολιτική επανάσταση της εργατικής τάξης) που θέλει να συγκεντρώσει την κοινωνική και οικονομική ζωή σε λίγα χέρια. Στη συγκεκριμένη γενίκευση δεν θα εξισώσουμε ασφαλώς τον σταλινισμό με τον φασισμό, τον ναζισμό ή άλλα καθεστώτα.

Θ’ αναγνωρίσουμε τα ιδιαίτερα ιστορικά και ταξικά χαρακτηριστικά του που κάνουν την ΕΣΣΔ ένα εργατικό κράτος. Αλλά ένα εργατικό κράτος εκφυλισμένο από τη γραφειοκρατία που έχει μεταβληθεί σε κυρίαρχη κάστα και επιβάλλει τον ιδιότυπο δεσποτισμό της πάνω στην εργατική τάξη και τον σοβιετικό λαό. Όπως μπορούμε να μιλάμε για «δεσποτισμό» με την ίδια άνεση μπορούμε να μιλάμε για «ολοκληρωτισμό» αλλά στην ενότητα του γενικού με το μερικό δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε τις ιδιομορφίες του μερικού που πολλές φορές είναι καθοριστικές. Ο Στάλιν και ο σταλινισμός δεν μπορούσαν ν’ απαλλαγούν από την κρατική ιδιοκτησία, την τυπική λειτουργία των σοβιέτ, τις αναμνήσεις του Οχτώβρη και την παράδοση του Λένιν, το σχέδιο και την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας. Ο Χίτλερ δεν είχε τέτοια προβλήματα και ήταν ελεύθερος να κατασκευάσει για τον εαυτό του την εικόνα που ήθελε. Ο δεσποτισμός του Στάλιν δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Τρότσκυ δεν μιλά για ολοκληρωτισμό γενικά αλλά για σταλινισμό και όταν τον ορίζει χρησιμοποιεί τον όρο «δεσποτισμός» και μάλιστα ανεύθυνος δεσποτισμός. Ανεύθυνη επικυριαρχία της γραφειοκρατικής κάστας πάνω στην εργατική τάξη, ανελευθερία στη λειτουργία των σοβιέτ, τραγικά λάθη στη διαδικασία του σχεδιασμού, αποκλειστική ενασχόληση με τη διατήρηση της κάστας στην εξουσία πάνω στις βάσεις ενός κατά τα άλλα εργατικού κράτους.

Να ποια είναι η χρήση των εννοιών στον Τρότσκυ, η ανάβαση από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και πάλι πίσω στο αφηρημένο σαν γενίκευση, χρήση που είναι σε απόλυτη συμφωνία με τη διαλεκτική.

Ας κλείσουμε με το εξής απόσπασμα του αγαπητού δασκάλου του σ. Πατέλη:

«Ολοκληρωτισμός από μεθοδολογικής σκοπιάς είναι η άρνηση της σχετικής αυτοτέλειας του ανθρώπου σε σχέση προς την κοινωνία, η άρνηση της ελευθερίας επιλογής» (Β. Βαζιούλιν, «Μόνο επιστημονικά αναδεικνύεται η αναγκαιότητα του κομμουνισμού»)».

Στην πραγματικότητα, ολοκληρωτισμός από μεθοδολογικής σκοπιάς είναι η άρνηση της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και την κοινωνία, η άρνηση του γεγονότος ότι η ανθρώπινη κοινωνία, τελικά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα». Σαν απάντηση στον «ολοκληρωτισμό», δηλαδή τις ανιστόρητες αναλύσεις που γίνονται πέρα και πάνω από ταξικές και φιλοσοφικές αναφορές, πρώτος απάντησε με απίστευτη ακρίβεια ο Λ. Ντ. Τρότσκυ, α) αναλύοντας ιστοικο-υλιστικά τις κοινωνικοοικονομικές βάσεις του θερμιδωριανού – σταλινικού φαινομένου, β) αναλύοντας τα τεράστια σφάλματα του σχεδιασμού, γ) υπογραμμίζοντας την καταπίεση της σταλινικής γραφειοκρατικής εξουσίας επί των Σοβιέτ, δ) αναλύοντας τις προδοσίες της παγκόσμιας επανάστασης από την κυρίαρχη κλίκα του Κρεμλίνου, ε) θεμελιώνοντας την έννοια του «εκφυλισμένου εργατικού κράτους», διαλεκτικά σύμφωνα με τις αναλύσεις του Λένιν, σαν ενός κράτους σε μετάβαση, στ) δείχνοντας πως ο δρόμος της εργατικής τάξης δεν είναι παρά η προλεταριακή επανάσταση στη Δύση και η Πολιτική Επανάσταση στην ίδια την ΕΣΣΔ.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Bukharin, N., 1969, Historical materialism: A system of sociology, Ann Arnor: University of Michigan Press.

Day, R.B., 1990, The blackmail of the single alternative: Bukharin, Trotsky and Perestroika, Studies in Soviet Thought 40, 159-188.

L. Trotsky, 1922, The new economic policy of Soviet Russia and the perspectives of the world revolution, speech delivered at the November 14th session of the Fourth World Congress of the Communist International.

L. Trotsky, 1923, What is a proletarian culture, and is it possible?

Μ. Μ. Ρόζενταλ, «Διαλεκτική Λογική», εκδ. οίκος Γνώσεις, Αθήνα 1962

Β. Ι. Λένιν, «Φιλοσοφικά Τετράδια», Άπαντα, τ. 29, Σύγχρονη Εποχή.

για την αντιγραφή : "Jean_Marat" πηγή : http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6994

Εικόνα: Κώστας Μπατής
Δημοσιεύσεις: 11
Εγγράφηκε: 2008-02-26
User is offline

Αν θέλει κανείς το κείμενο σε doc εδώ:

http://rapidshare.com/files/281914000/trotskismos-stalinismos.doc.html

Τροτσκισμός - Σταλινισμός, ολοκληρωτισμός Γραφειοκρατία και θεωρητικές έννοιες
Δυστυχώς αυτή την περίοδο, κάποιοι σαν και εμένα έχουν εξεταστική και είναι δύσκολο να μπορέσει να απαντήσει κανείς σε όλα αυτά που γράφει ο σ. Τζούμας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Είναι πάρα πολλά, και έτσι μπορώ μονάχα να ελπίζω ότι θα έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε πολλές φορές στο μέλλον.
Φυσικά τα θέματα που θίγει ο σ. Τζούμας μας απασχολούν αρκετά στον όμιλο μελέτης της επαναστατικής θεωρίας, και αποτελούν συχνό θέμα συζήτησης. Στον όμιλο τις θεωρούμε ανοιχτές συζητήσεις που δεν απαιτούνται απαντήσεις του στυλ «απάντησε μου τώρα αλλιώς είσαι…». Με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετωπίσω αυτήν την συζήτηση. Και σίγουρα απέχω πάρα πολύ από το να μπορώ να δώσω μια ολοκληρωμένη απάντηση στο πλήθος ζητημάτων που θέτεις. Δηλώνω εξαρχής αδυναμία να απαντήσω στα λεγόμενα του Τρότσκι περί αγοράς και σχεδιοποίησης (αν και έχω σοβαρές αμφιβολίες για την ορθότητα της εν λόγω ιδέας. Δηλαδή, η αγορά είναι άμεσος δείκτης των αναγκών; Αν όχι τι άλλο είναι από ένα άλλο γραφειοκρατικό κριτήριο, μια ακόμα τυποποίηση για να κρίνουν οι εκάστοτε γραφειοκρατίες τις ανάγκες των ανθρώπων; Μια δεύτερη ερώτηση είναι ποιες είναι οι διαφορές των απόψεων του Τρότσκι με την μεταρρύθμιση του 1965 και την έμφαση στην ΕΣΣΔ τότε στην αγορά;). Υπόσχομαι κάποια στιγμή να επιστρέψω σε αυτό.
Υπάρχει η ανάγκη για σοβαρή, νηφάλια συζήτηση για όλα αυτά τα ζητήματα που έθεσε ο σύντροφος Τζούμας που αφορούν την ΕΣΣΔ, το ζήτημα της γραφειοκρατίας και εν γένει τον πρώιμο σοσιαλισμό για να μπορέσουμε να χαράξουμε την κομμουνιστική στρατηγική που θα μας οδηγήσει στο μέλλον. Δυστυχώς στις περισσότερες συζητήσεις για την ΕΣΣΔ απουσιάζει αυτό το στοιχείο, και περιορίζονται σε μια ανούσια χαμηλού επιπέδου ιστοριογραφία, του τύπου «κοίτα τι έκανε ο Στάλιν», «Κοίτα τι είπε ο Τρότσκι» κλπ. Φυσικά η ιστοριογραφία έχει και αυτή την σημασία της. Απαραίτητη προϋπόθεση για την θεωρητική δουλειά είναι πρώτα πρώτα να γνωρίζουμε ποιο είναι το αντικείμενο. Αυτή είναι η δουλειά της ιστοριογραφίας. Είναι χαρακτηριστική όμως η άγνοια των περισσότερων μελών της αριστεράς σχετικά με το αντικείμενο (εν προκειμένω της ΕΣΣΔ), και ως εκ τούτου οι αυθαίρετες αφηρημένες διακηρύξεις για τον χαρακτήρα της ΕΣΣΔ. Μάλιστα θα έλεγα ότι όσο πιο ρηχή- αποσπασματική είναι η ανάλυση τόσο πιο πολύ διαβάζουμε μεγάλα λόγια με λέξεις που χάνουν το περιεχόμενο τους και χρησιμοποιούνται μονάχα για να ενθουσιάσουν και για να πάρουν την νομιμοποίηση ως «μαρξιστικά». Χαρακτηριστικές τέτοιες λέξεις «διαλεκτική», «ιστορικός υλισμός» κλπ. Ιδιαίτερα σε ορισμένες οργανώσεις αυτό έχει γίνει πιπίλα. Υπάρχει μια οργάνωση (ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε) που οτιδήποτε και αν γράψει (περιγραφές, σχόλια, γενικά οτιδήποτε) το βαφτίζει μαρξιστικό και επιστημονικό, και τις αντίθετες απόψεις μη μαρξιστικές μη επιστημονικές (αυθαίρετα πάντα).
Αλλά στο άρθρο του σ. Τζούμα υπάρχουν και σημαντικά λάθη, τόσο πρακτικά όσο και φιλοσοφικά. Το μεγαλύτερο του λάθος, που είναι καταδικασμένο να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις, είναι το γεγονός πως ο Τζόυμας παίρνει το άρθρο του σ.Πατέλη αποκομμένο από την υπόλοιπη αρθρογραφία και προβληματική της Λογικής της Ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικά τα σχόλια του για την έννοια Πρώιμος σοσιαλισμός («τι ‘ν τούτο;», «νεκρή έννοια»). Τα 3 /4 από αυτά που έγραψε θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν γνώριζε τα παραπάνω. Νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο είναι αδύνατο να γίνει κατανοητός ο αρθρογράφος, χωρίς δηλαδή να γίνεται κατανοητό τι πρεσβεύει ο ίδιος, άρα και πως χρησιμοποιεί τις έννοιες αυτές, άρα είναι αδύνατο να γίνει σοβαρός ουσιαστικός διάλογος. Στην καλύτερη περίπτωση έχουμε δύο παράλληλους μονολόγους. Ως εκ τούτου παρακάτω θα προσπαθήσω να κάνω μια σύντομη εισαγωγή στην προβληματική του πρώιμου σοσιαλισμού, αφού προηγηθεί μια κριτική στις ιδέες του Τρότσκι αλλά και σε αυτά που γράφει ο σ. Τζούμας με σκοπό να ξεκαθαρίσουμε αν είναι ορθή η έννοια «σταλινισμός». Για τους συντρόφους του ομίλου, δεν θα γράψω τίποτα καινούργιο από αυτά που έχουμε πάρα πολλές φορές συζητήσει, αλλά επειδή απέχουν πάρα πολύ από τις συζητήσεις «τις πιάτσας» κρίνω αναγκαίο να διευκρινιστούν. Βέβαια για να γράψει κανείς αναλυτικά όλα αυτά τα πράγματα χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο. Οπότε είμαι αναγκασμένος σε ορισμένα σημεία να μιλάω αφοριστικά. Λόγω, επίσης, του περιορισμένου χρόνου θα χρησιμοποιήσω κυρίως αποσπάσματα από κείμενα γιατί διαφορετικά ρισκάρω να «κάψω» μερικά μαθήματα της σχολής μου.

Για αυτά που γράφει ο Τζούμας και ο Τρότσκι

Ας ξεκινήσουμε με κάτι που έχει δίκιο ο Τρότσκι.
“The proletariat found its weapon in Marxism not at once, and not fully even to this day. Today this weapon serves political aims almost primarily and exclusively. The broad realistic application and the methodological development of dialectic materialism are still entirely in the future. Only in a socialist society will Marxism cease to be a one-sided weapon of political struggle and become a means of scientific creation, a most important element and instrument of spiritual culture” (Trotsky, 1923).

Όντως έχει δίκιο. Πράγματι έτσι έγινε. Πράγματι στον σοσιαλισμό ο μαρξισμός δεν ήταν απλός ένα πολιτικό μέσο, αλλά συνέβαλε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην παραπέρα ανάπτυξη των επιστημών. Σας υπενθυμίζω τον , πολύ συζητημένο τελευταία, μεγάλο Σοβιετικό ψυχολόγο Λεβ Βυγκότσκι (που μάλιστα συμπαθούσε τον Τρότσκι, αλήθεια γίνετε να συμπαθείς τον Τρότσκι και να μην είσαι τροτσκιστής σύμφωνα με τα κατά καιρούς λεγόμενα των τροτσκιστών;), και τους μαθητές του Λούρια, Λεόντιεφ, τους παιδαγωγούς Μακάρενκο, Σουχομλίνσκι κ.α. Στην Σοβιετική Ένωση, παρά τους περί του αντιθέτου μύθους, υπήρχε μια σοβαρή παράδοση μελέτης και ανάπτυξης του μαρξισμού. Έναν μάλιστα τον γνωρίζεις σίγουρα σ. Τζούμα αφού τον χρησιμοποιείς και εσύ, τον Ρόζενταλ. Μάλιστα η αναφορά στον Ρόζενταλ με βοηθάει για να αναφέρω την πιο σημαντική παράδοση, αυτή της μελέτης της μεθοδολογίας του κεφαλαίου του Μαρξ. Ο Ρόζενταλ αποτέλεσε την αρχή αυτής της προσπάθειας. Άλλοι σημαντικοί άνθρωποι που προχώρησαν περεταίρω αυτήν την ερεύνα ήταν ο Εβάλντ Ιλιένκοφ (βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά, και τα έχω ανεβάσει σε άλλο ποστ), Μανκόφσκι και άλλοι, με τελευταίο και καλύτερο τον Βίκτωρα Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν, όπου το βιβλίο του «Λογική του Κεφαλαίου» κατά πάσα πιθανότητα θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Άλλα έργα του στα ελληνικά είναι το πολύ σημαντικό βιβλίο «Λογική της Ιστορίας» (Ελληνικά Γράμματα, 2004), «Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία της έρευνας του» που έχει βάλει και το πολιτικό καφενείο στην κεντρική σελίδα. Όλα αυτά τα ονόματα που ανέφερα αποτελούν απλώς κάποιους από τους πιο σημαντικούς ερευνητές, ο κατάλογος είναι μεγάλος.

Θα ήθελα ακόμα να ζητήσω από τον σ.Τζούμα να μας διευκρινίσει κάποια πράγματα που γράφει. Λέει λοιπόν «Όλες οι έννοιες αυτές, που προσπαθούν ν’ απαντήσουν στο ερώτημα «ποια είναι η φύση του κράτους στην ΕΣΣΔ» απάντησαν είτε με τρόπο αυτό-αναφορικό (κρατικός καπιταλισμός!)». Μήπως θα μπορούσες να αναπτύξεις τις ιδέες σου, γιατί δεν καταλαβαίνω τι εννοείς ότι το κάνουν με τρόπο «αυτοαναφορικό»;

Πέραν αυτού, ας δούμε κάποια άλλα πράγματα…

«Η ίδια η έννοια της «γραφειοκρατίας» ως κοινωνικού φαινομένου, προτάθηκε και αναλύθηκε από τον ίδιο τον Λένιν στα τελευταία χρόνια της ζωής του»

Επίτρεψε μου να σε διορθώσω. Η ίδια η έννοια της «γραφειοκρατίας» ως κοινωνικού φαινομένου (της κεφαλαιοκρατίας βέβαια στην εποχή του Μαρξ), αναλύθηκε από τον ίδιο τον νεαρό Μαρξ και αποτελεί την πρώτη του επιστημονική πραγμάτευση φαινομένων της κοινωνίας, στο άρθρο του στην Εφημερίδα του Ρήνου «Η δικαίωση του ανταποκριτή από το Μοζέλα», το οποίο, για ένα ακατανόητο για μένα λόγο, οι τροτσκιστές το αγνοούν. Παρακάτω θα δώσω ένα λινκ όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην μη ολοκληρωμένη μελέτη από τον Μαρξ για το φαινόμενο αυτό.

«Είδε τα αντικειμενικά προβλήματα που δημιουργούσε η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και οικονομική καθυστέρηση της ΕΣΣΔ, όπως είδε και τα πολλαπλά προβλήματα που προέκυψαν τόσο από τον «πολεμικό κομμουνισμό» όπως και από τη ΝΕΠ»

Η φυσιολογική ερώτηση που προκύπτει από αυτήν εδώ την πρόταση, είναι αν η ΕΣΣΔ δεν βρισκόταν σε ιμπεριαλιστική περικύκλωση και οικονομική καθυστέρηση (αλλά μήπως αυτό που λες δεν μοιάζει με την ΕΣΣΔ λίγο μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο;) δεν θα είχε γραφειοκρατία; Μάλιστα ο Σοβιετικός λαός, ιστορικά άμα το δούμε, υπήρξε ο πιο μορφωμένος λαός που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα. Πάλι όμως χωρίς γραφειοκρατία δεν μπορούσε. Συγνώμη αλλά νομίζω πως το πρόβλημα της γραφειοκρατίας είναι βαθύτερο από αυτό που γράφει ο Τρότσκι και βασίζεται στα ίδια τα θεμέλια της Σοβιετικής κοινωνίας και όχι σε εξωτερικούς παράγοντες (αναφορά παρακάτω).

«Όταν ο σ. Πατέλης γράφει: «Αξίζει να διερευνήσουμε το βαθμό (μάλλον ασυνείδητου) διαποτισμού από αυτά τα αστικά-ιδεαλιστικά ιδεολογήματα ορισμένων στάσεων έναντι των εγχειρημάτων του πρώιμου σοσιαλισμού και ερμηνειών της ήττας του, τα αίτια της οποίας ανάγονται συλλήβδην σε πολιτικές-διοικητικές αστοχίες και βουλητικές επιλογές ιθυνόντων», συμφωνούμε απόλυτα αλλά φοβόμαστε πως και ο ίδιος δεν επιθυμεί να το κάνει στα σοβαρά.»

Εδώ βρίσκουμε αυτό ακριβώς που ανέφερα παραπάνω, την άγνοια της προβληματικής της Λογικής της Ιστορίας. Είναι κρίμα να χρησιμοποιούνται τέτοιοι βαριοί χαρακτηρισμοί. Μάλιστα όταν είναι προϊόν άγνοιας είναι ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα. Πρόβλημα που δεν αφορά βεβαίως βεβαίως τον σύντροφο Πατέλη, αλλά τον Κ.Τζούμα. Περισσότερα για αυτό παρακάτω.

«Διαφορετικά, θα γνώριζε πάνω σε ποια συγκεκριμένη, ιστορικό – υλιστική βάση, οι τροτσκιστές έχουν μιλήσει για το φαινόμενο του σταλινισμού. Δεν το απέδωσαν, ξεκινώντας από τον ίδιο τον Τρότσκι σε φαινόμενα «αυταρχισμού, ελλείμματος δημοκρατίας, εργατικού ελέγχου, αμεσοδημοκρατίας, κ.ο.κ». Αυτά, υπήρξαν οι συνέπειες και όχι η βάση του σταλινικού φαινομένου.»

Ο Τρότσκι όντως προσπαθεί να δει πίσω από την γραφειοκρατία τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια, έστω και αν δεν το κάνει αποτελεσματικά. Για τους επίγονους του όμως είναι μια άλλη ιστορία. Σε ελεύθερη μετάφραση οι τροτσκιστές μας γράφουν «Για τις συγκεκριμένες αυτές αντικειμενικές συνθήκες (Χ,Υ λόγους) ο Στάλιν σιγά σιγά συγκέντρωσε στα χέρια του όλη την εξουσία» και μετά ερμηνεύουν ΟΛΑ τα φαινόμενα στα πλαίσια της αυθαιρεσίας του Στάλιν και της γραφειοκρατίας του(υπενθυμίζω ότι η γραφειοκρατία είναι ένα κοινωνικό μόρφωμα που ανήκει στο εποικοδόμημα). Ξεκινάς υλιστικά, δεν παραμένεις συνεπής όμως από εκεί και πέρα και συνεχίζεις ιδεαλιστικά! Μας λένε «η τάδε χώρα έχασε την επανάσταση επειδή έφταιγε ο Στάλιν», «Αν έλειπε ο Στάλιν και η γραφειοκρατία του (ΣΣ. Βλέπε Πολιτική επανάσταση) θα είχαμε σοσιαλισμό, δεν είχαμε εξαιτίας αυτών», «Το σχέδιο δεν ικανοποιούνταν εξαιτίας του Στάλιν». Λυπάμαι, αλλά όταν ερμηνεύεις τα πάντα ως προϊόν της αυθαιρεσίας της γραφειοκρατίας (φετιχοποίηση της γραφειοκρατίας), τάση που σαφώς υπάρχει στον Τρότσκι, δεν είναι ιστορικός υλισμός. Δεν είναι καν υλισμός! Είναι πραγματικά φοβερό και ταυτόχρονα αστείο για μερικούς ανθρώπους για όλα τα υπόλοιπα στάδια ανάπτυξης της ανθρωπότητας να ισχύει ο ιστορικός υλισμός, αλλά για την ΕΣΣΔ ο υποκειμενικός ιδεαλισμός. Δεν είναι φοβερή αντίφαση αυτή; Αυτή η αντίφαση δυστυχώς είναι κυρίαρχη στα περισσότερα ρεύματα της αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί πιστοί της εν λόγω προσέγγισης αναφωνούν «τελικά δεν ισχύει ο ιστορικός υλισμός» (φράση που έχω διαβάσει στο internet πολλές φορές). Βέβαια εκτός από την επίδραση της βάσης στο εποικοδόμημα όντως υπάρχει επίδραση μερών του εποικοδομήματος μεταξύ τους και στην βάση. Παρόλα αυτά η δυνατότητα της γραφειοκρατίας (εποικοδόμημα) να επιδρά στην κοινωνική ζωή είναι σαφώς περιορισμένη. Απαιτείται πολύ πιο σοβαρή μελέτη από αυτό.

Πάνω σε αυτό μάλιστα, πολύ σωστά παρατηρεί ο σ. Περικλής Παυλίδης «δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι είναι η τυπική γραφειοκρατική κοσμοαντίληψη αυτή η οποία θεωρεί το κράτος -το πολιτικό εποικοδόμημα αυθύπαρκτη οντότητα και που ερμηνεύει τα σημαντικότερα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής ως απόρροια των επιλογών και ενεργειών (ορθών ή λανθασμένων) της κρατικής εξουσίας (της κυβέρνησης, του κυβερνώντος κόμματος, των ιδεολογικών μηχανισμών, των αρχών ασφαλείας κλπ), θεωρούμε, λοιπόν, μεθοδολογικό σφάλμα να αναζητούμε τα αίτια ύπαρξης ενός αποξενωμένου από την κοινωνία μορφώματος, της γραφειοκρατίας, καθώς και αυτού του γεγονότος της αποξένωσης του στις ενέργειες της ίδιας της γραφειοκρατίας, των πολιτικών εκπροσώπων και ηγετών της.» («Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, σελ 81)

Ακόμα, με εντυπωσίασαν (αρνητικά) ορισμένες απολυτοποιήσεις στο κείμενο σου πχ. «εννοιών στον Τρότσκυ, χρήση που είναι σε απόλυτη συμφωνία με τη διαλεκτική», «έννοια που βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την πραγματικότητα» (μα καλά τι σόι διαλεκτική είναι αυτή;). Αν ήταν σε απόλυτη συνάρτηση με την πραγματικότητα όπως μας λες εσύ, τότε δεν χρειάζεται να μελετήσουμε τίποτα, απλώς και μόνο να διαβάσουμε καλά (σαν την αγία γραφή) Τρότσκι!

Οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν μας αφήσανε ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο. Ανέπτυξαν τον επιστημονικό σοσιαλισμό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την εποχή τους. Είχαν όμως μια σημαντική αδυναμία. Τους έλειπε το αντικείμενο. Ήταν εμφανώς αδύνατο να κατανοήσουν και να μας περιγράψουν τις νομοτέλειες που διέπουν την σοσιαλιστική κοινωνία. Ακριβώς το ίδιο ισχύει για τον Τρότσκι. Ο ίδιος μάλιστα, πολλές φορές συγχέει τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό (πχ. άρση αντίθεσης πόλης και χωριού, χειρωνακτικής και πνευματικής ιδιοκτησίας κ.α.). Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον σοσιαλισμό ως «μια αρμονική εσωτερικά συμμετρική και, κατά συνέπεια, ελεύθερη από κρίσεις στην οικονομία» κοινωνία (τέτοια κοινωνία ποτέ δεν θα υπάρξει). Ο χαρακτηρισμός του Τρότσκι για τον χαρακτήρα της ΕΣΣΔ είναι εξίσου προβληματικός. Όπως αναφέρθηκε την ορίζει σαν «εργατικό εκφυλισμένο κράτος» «μεταβατικό από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό» (βλέπε «Προδομένη Επανάσταση). Εδώ υπάρχει μια αντίφαση. Ο σοσιαλισμός είναι το αντιφατικό μεταβατικό καθεστώς που διαμέσω της επίλυσης αυτών των αντιφάσεων μας οδηγεί στον κομμουνισμό. Άρα λοιπόν σύμφωνα με τον Τρότσκι η ΕΣΣΔ της εποχής του είναι η «μετάβαση προς την μεταβατική περίοδο». Κάτι δεν πάει καλά εδώ δεν νομίζεις; Νομίζω ότι απλά σοσιαλισμός φτάνει. Ούτε στις απόψεις του για την γραφειοκρατία τα πάει τόσο καλά. Μας λέει λοιπόν ότι δημιουργήθηκε ως προϊόν της ανισομέρειας στην διανομή των προϊόντων της εργασίας. Στον μαρξισμό γνωρίζουμε ότι η διανομή των προϊόντων της εργασίας βασίζονται στον καταμερισμό των όρων της εργασίας (στις σχέσεις παραγωγής). Μας μιλάει για κόπωση των μαζών, όπου βέβαια οι οικονομικοί άθλοι της ΕΣΣΔ αλλά και η ιστορική νίκη της ΕΣΣΔ επί του φασισμού, αλλά και η νίκη των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο απαντάνε ολοκληρωτικά σε αυτήν την άποψη. Μας λέει ότι είναι προϊόν της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, δηλαδή προϊόν εξωτερικών παραγόντων που δεν απορρέουν από την ίδια την ΕΣΣΔ. Αλλά όταν αυτό δεν υπήρχε τι έγινε; Μας μιλάει για οικονομική καθυστέρηση, όταν ο ίδιος ο Μαρξ σε πολύ πιο καθυστερημένες συνθήκες διέκρινε την δυνατότητα για σοσιαλισμό. Κάνει το τρικ και μιλάει για «σχετική» καθυστέρηση, αλλά τέτοιο πράγμα είναι αντιεπιστημονικό. Ως εκ τούτου δεν μας βοηθάει και πάρα πολύ ο Τρότσκι στην κατανόηση του φαινομένου.

Τι είναι πρώιμος και ύστερος σοσιαλισμός και τι η γραφειοκρατία

«Καταρχήν με τον όρο «εκφάνσεις του πρώιμου σοσιαλισμού» δεν ξέρει κανείς τι πρέπει να καταλάβει;»
Σύντροφε Τζούμα, εκτός από τον Τροτσκισμό υπάρχουν και άλλα ρεύματα!!! Ο Δημήτρης Πατέλης όπως είναι γνωστό ανήκει στην Διεθνή σχολή Λογική της Ιστορίας (http://www.ilhw.tuc.gr ), την σχολή αυτή που δημιούργησε αυτές τις έννοιες, δηλαδή τις έννοιες «πρώιμος σοσιαλισμός» και «ύστερος σοσιαλισμός».

Ο Μαρξ στα οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του ‘44 κάνει μια πάρα πολύ σημαντική παρατήρηση. «Θέλετε να δείτε την ιστορία της ψυχολογίας, δείτε την ιστορία της βιομηχανίας». Όπως οι περισσότεροι γνωρίζουμε σε διαφορετικές εποχές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (από την άγρα, στην χρήση εργαλείων, στην χρήση μηχανών κλπ.) αντιστοιχεί άλλη μορφή ανάπτυξης της προσωπικότητας (βάση – εποικοδόμημα). Με βάση αυτήν την παρατήρηση και με βάση την μελέτη της κοινωνίας σαν «οργανικό όλο» ο Β.Α.Βαζιούλιν διέκρινε δύο διαφορετικά στάδια ανάπτυξης του σοσιαλισμού.

Όπως διαβάζουμε από τον Δ.Πατέλη «Από τις νικηφόρες πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις προκύπτει ο «πρώιμος σοσιαλισμός». Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πρώιμου σοσιαλισμού: α)ανακύπτει και αναπτύσσεται επί μιας υλικοτεχνικής βάσης η οποία δεν είναι καθ’ όλα αντίστοιχη του σοσιαλισμού, σε συνθήκες ανεπαρκώς κοινωνικοποιημένου χαρακτήρα της εργασίας (νικηφόρες πρώιμες επαναστάσεις σε χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων, ανισομερής ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, ανισομερής ανάπτυξη και χαμηλό επίπεδο ολοκλήρωσης μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών, έντονη παρουσία χειρωνακτικής εργασίας κ.ο.κ.) και β)ανακύπτει στα πλαίσια συσχετισμών δυνάμεων υπεροχής του κεφαλαιοκρατικού κόσμου (νικηφόρες πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ξεσπούν αρχικά σε μία και αργότερα σε μερικές χώρες, κεφαλαιοκρατική περικύκλωση από υπέρτερης ισχύος εχθρούς, ξένες επεμβάσεις, επαπειλούμενοι πόλεμοι –Β΄ Παγκόσμιος, Ψυχρός Πόλεμος, πληθώρα τοπικών θερμών βεβιασμένη επίσπευση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας, βεβιασμένη απόσπαση και προάσπιση του μέγιστου «ζωτικού χώρου» για τον σοσιαλισμό, κ.ο.κ.).

Αντίστοιχα, δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που σηματοδοτούν την έναρξη της εποχής του ύστερου σοσιαλισμού: α) η έναρξη της ανάπτυξης του σοσιαλισμού επί υλικοτεχνικής βάσης η οποία είναι πλέον καθ’ όλα αντίστοιχη του σοσιαλισμού και β) οι δυνάμεις του σοσιαλισμού αρχίζουν να υπερέχουν έναντι των δυνάμεων του κόσμου του κεφαλαίου.» (http://www.ilhs.tuc.gr/gr/anagaiotita_diakrisis_proimon_isteron_epanastaseon.htm)

Ας δούμε τώρα ποια θα μπορούσε να είναι η θέση της γραφειοκρατίας στην νοητική σύλληψη της πραγματικότητας. Εδώ πρέπει να διευκρινίσω κάτι. Είναι αδύνατο σε λίγες σελίδες να περιγράψω με λεπτομέρειες τα παρακάτω. Είμαι αναγκασμένος να γράψω αφοριστικά, σχηματοποιημένα, και με πολλά αποφθέγματα. Έτσι λοιπόν ο μη εξοικειωμένος με τη μαρξιστική θεωρία θα έχει μεγάλη δυσκολία να κατανοήσει αυτά που θέλω να γράψω, όμως δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Έχουμε και λέμε λοιπόν….
Ο ιστορικός υλισμός ξεκινάει από την διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων - σχέσεων παραγωγής, ας αρχίσουμε και εμείς από εκεί. Στην Σοβιετική ένωση και κατά τη διάρκεια όλου του 20ου αιώνα κυριαρχούσε η μηχανοποιημένη παραγωγή. Όπως λέει ο σοβιετικός φιλόσοφος Β. Α. Βαζιούλιν «η καθεαυτό μηχανοποιημένη παραγωγή (σε διάκριση με την αυτοματοποιημένη παραγωγή) δεν αποτελεί ούτε μπορεί ν' αποτελέσει, στην κλίμακα της ξεχωριστής χώρας και πολύ περισσότερο της ανθρώπινης κοινωνίας συνολικά, μια εσωτερικά ενιαία διαδικασία παραγωγής... Στη βαθμίδα της μηχανοποιημένης παραγωγής ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής έχει ήδη καταστεί τεχνική αναγκαιότητα, αλλά για ξεχωριστές μηχανές ή συγκρότημα μηχανών, οι οποίες δεν είναι συνενωμένες στο επίπεδο χώρας (και της ανθρωπότητας) σ' ένα ενιαίο σύστημα μηχανών» (Β.Α.Βαζιούλιν «Λογική της Ιστορίας»). Έτσι λοιπόν δεν υπάρχει μια ενιαία διαδικασία στην παραγωγή, αλλά η κάθε αυτόνομη παραγωγική μονάδα ενώνεται έμμεσα με τις υπόλοιπες διαμέσου του κράτους και του σχεδιασμού. Ως εκ τούτου μπορεί να υπήρχε ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής πλην όμως δεν ήταν ολοκληρωμένος. Έτσι στην Σοβιετική ένωση η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είχε αναπόφευκτα τυπικό/νομικό χαρακτήρα. Όλοι οι παραγωγοί είχαν την ίδια ιδιοκτησιακή σχέση με τα μέσα παραγωγής και το προϊόν της εργασίας, ήταν όλοι κρατικοί υπάλληλοι και λάμβαναν όλοι μισθό από το κράτος. «Βλέπουμε λοιπόν ότι οι σχέσεις παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση παίρνουν τη μορφή σχέσεων μεταξύ τμημάτων και βαθμίδων του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος συνενώνει και διευθύνει όλο το σύστημα της κοινωνικής παραγωγής. Οι σχέσεις μεταξύ των παραγωγών, ως οικονομικές σχέσεις, καθίστανται ταυτόχρονα ενδοκρατικές – διοικητικές σχέσεις, σε όλο το φάσμα των διοικητικών δραστηριοτήτων». (Π.Παυλίδης «Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ» σελ 82). Από τα προαναφερόμενα απορρέει η διατήρηση των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων (και έτσι εμφανίζεται η ανάγκη εργασίας για την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και όχι η εργασία ως ανάγκη για εργασία. Βλέπε Β.Α.Βαζιούλιν «Λογική της Ιστορίας») εντός του σοσιαλισμού. Αυτό αποτελεί την «βασική αντίφαση του σταδίου διαμόρφωσης του κομμουνισμού, η βασική αντίφαση του σοσιαλισμού είναι η αντίφαση μεταξύ της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της ανωριμότητας (της ανεπαρκούς ωρίμανσης) του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής». («Για τις νομοτέλειες της μετάβασης στον κομμουνισμό: σοσιαλισμός, κομμουνισμός και αντεπανάσταση» Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη, Δ. Πατέλη). Στον βαθμό που υπάρχει η μηχανοποιημένη παραγωγή και διατηρείται ο υποδουλωτικός καταμερισμός εργασίας ο άμεσος παραγωγός χειρίζεται μεμονωμένα μέσα εργασίας, κυρίως ως φυσική δύναμη, κάνει λοιπόν αυτήν την κοπιαστική επαναλαμβανόμενη χειρωνακτική εργασία που τόσο επέκρινε ο Μαρξ. Με αυτόν τον τρόπο στερείται δυνατότητας και ικανότητας για σφαιρική μόρφωση και ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας, γνωρίζει μονάχα αυτά που απαιτούνται για την χρήση των μεμονωμένων μέσων παραγωγής. Η διοίκηση της παραγωγής απαιτεί περισσότερες γνώσεις και ικανότητες από αυτές. «Για τους παραπάνω λόγους κρίνεται αναγκαία και αναπόφευκτη η συγκρότηση ενός ξεχωριστού από τους άμεσα παραγωγούς, ιεραρχημένου διευθυντικού συστήματος συλλογής και διαχείρισης πληροφοριών για τις παραγωγικές δυνάμεις με στόχο τη σχεδιοποιημένη λειτουργία αυτών» («Το φαινομενο…» σελ 87). Από εδώ απορρέει η γραφειοκρατία!
Στο βαθμό λοιπόν που ο παραγωγός αναγκάζεται να δουλεύει μόνιμα σε ξεχωριστά μέσα παραγωγής, είναι εμφανές ότι η εργασία δεν του προσφέρει φυσική και πνευματική ικανοποίηση και ως εκ τούτου εμφανίζονται τάσεις αποφυγής της εργασίας, παρασιτικής διαβίωσης για την ικανοποίηση των αναγκών, και προσπάθειας για καλύτερη θέση στον καταμερισμό εργασίας, που μπορεί να οδηγήσει σε παραβατική και μερικές φορές αντεπαναστατική συμπεριφορά. «Η γραφειοκρατία εκφράζει το γενικό συμφέρον ως κάτι αποσπασμένο από το ατομικό. Το γενικό όμως σε αντιδιαστολή προς το ατομικό στερείται περιεχομένου, είναι ψευδός γενικό.» … Οι δε γενικοί κανόνες του γραφειοκρατικού μηχανισμού είναι μια αφαίρεση από την πολυμορφία των κοινωνικών φαινομένων και συνεπώς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις ανάγκες της κοινωνίας» («Το φαινόμενο της Γραφειοκρατίας της ΕΣΣΔ Π.Παυλίδης, σελ 19)

Από αυτόν τον υπαρκτό στον σοσιαλισμό διαχωρισμό του ατομικού και συλλογικού συμφέροντος προκύπτει η αναγκαιότητα χρήσης βίας από το κράτος (δεν μπορεί να υπάρξει κράτος χωρίς γραφειοκρατία). «Θα ήταν η μεγαλύτερη ανοησία και ο πιο παράλογος ουτοπισμός να νομίζουμε ότι χωρίς εξαναγκασμό και χωρίς δικτατορία μπορεί να περάσουμε από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» (Λένιν)

Έτσι λοιπόν, οι δυνατότητες υπέρβασης της γραφειοκρατίας δεν βρίσκονται σε μια «πολιτική επανάσταση» που ήλπιζε ο Τρότσκι, αλλά στην διαλεκτική άρση αυτών των αντιθέσεων που παράγουν και αναπαράγουν την γραφειοκρατία, και πιο ειδικά της μηχανοποιημένης παραγωγής, απότοκα της οποίας είναι όλα τα υπόλοιπα. Με λίγα λόγια η μοναδική δυνατότητα οριστικής υπέρβασης της γραφειοκρατίας είναι η ωριμότητα της ανθρωπότητας, η χειραφετημένη κοινωνία, η κοινωνία της αυτοματοποιημένης παραγωγής (βλ. Β.Α.Βαζιούλιν «Λογική της Ιστορίας»), η κομμουνιστική κοινωνία.

Συμπεράσματα

Η τροτσκιστική άποψη οδηγεί στην απόρριψη της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστική. Αυτή η απόρριψη έχει μια πάρα πολύ σημαντική αδυναμία, ότι αποτρέπει τον ερευνητή από την διάγνωση των νομοτελειών που διέπουν τον πρώιμο σοσιαλισμό και έτσι δεν μπορεί να μελετήσει πολλά φαινόμενα που προέκυψαν και θα ξανα-προκύψουν, όπως το φαινόμενο αποφυγής της εργασίας, ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων, αλλά και το φαινόμενο της παραοικονομίας που είναι πάρα πολύ σημαντικό (η παραοικονομία έχει χαρακτηριστικά αστικής τάξης και αποτελεί δύναμη αντίδρασης για την φυγή προς τα πίσω στον καπιταλισμό). Αυτός που δεν μελετάει την ΕΣΣΔ είναι καταδικασμένος να διαπράξει τα ίδια λάθη.

«Κατάργηση της γραφειοκρατίας σημαίνει ότι το καθολικό συμφέρον θα γίνει πραγματικό επί μέρους συμφέρον» (Μαρξ «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου»), σημαίνει δηλαδή την κατάργηση του κράτους και την δημιουργία της χειραφετημένης κομμουνιστικής κοινωνίας. Έτσι λοιπόν επιτρέψτε μου να χαρακτηρίσω την ιδέα «σοσιαλισμός χωρίς γραφειοκρατία» ως ουτοπική. Συμφωνώ λοιπόν πλήρως με τον Λένιν όταν γράφει «μπορεί να διώξει κανείς τον τσάρο, να διώξει τους τσιφλικάδες, να διώξει τους καπιταλιστές. Αυτό εμείς το κάναμε. Όμως δεν μπορείς «να διώξεις» τη γραφειοκρατία σε μια αγροτική χώρα, δεν μπορείς «να την εξαλείψεις από το πρόσωπο της γης». Μπορείς μόνο με μια αργή επίμονη δουλειά να τη μειώσεις». Πράγματι σε αυτό έγκειται η υποχρέωση μας όταν και αν καταλάβουμε την εξουσία. Απαιτείται σοβαρή κοπιαστική μακροχρόνια πολιτική μάχη για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας μέχρι την περίοδο της ωριμότητας της ανθρωπότητας.
Με βάση όλα αυτά ας εξετάσουμε είναι σωστή η χρήση της έννοιας «σταλινισμός»; Πρώτον, με βάση το έργο του δεν νομίζω πως μπορούμε να πούμε ότι ο Στάλιν ήταν ένας θεωρητικός. Έτσι λοιπόν ούτε από την σκοπιά μιας ιδεολογικό-πολιτικής θεωρίας μπορούμε να μιλάμε για «σταλινισμό». Δεύτερον παίρνοντας σαν δεδομένο ότι σοσιαλιστικό κράτος χωρίς γραφειοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει, και όλα τα προαναφερόμενα δεν νομίζω πως η έννοια «σταλινισμός» είναι σωστή. Νομίζω πως η ύπαρξη της και η χρήση της από τους τροτσκιστές είναι δυσλειτουργική.

Τέλος, εδώ κυρίως αναγκάστηκα να κάνω μια αρνητική κριτική στον Τρότσκι, και έτσι να φανεί ότι οι σχέσεις μου με τον Τρότσκι δεν είναι καλές. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Τον σέβομαι τον Τρότσκι, πιστεύω ότι με ειλικρίνεια πολέμησε την γραφειοκρατία. Και σαφέστατα οι ρητορικές ικανότητες (γράφει καταπληκτικά) αλλά και οι γνώσεις και οι ευρύτερες διανοητικές ικανότητες του είναι αξιοζήλευτες. Εννοείται πως έμαθα πάρα πολλά πράγματα διαβάζοντας Τρότσκι. Όμως από εκεί και πέρα η θεωρία του Τρότσκι είναι ανεπαρκής για να λύσει το πρόβλημα της γραφειοκρατίας. Ας σκεφτούμε λίγο όλοι μαζί, σε αυτές τις συνθήκες, τις συνθήκες της μηχανοποιημένης παραγωγής του 20ού αιώνα, έστω ότι γινόταν η «πολιτική επανάσταση», τι άλλο θα γινόταν από το να φύγει η μια γραφειοκρατία και να έρθει μια άλλη;

Ερωτήσεις

Εγώ από την μεριά μου θα ήθελα να κάνω κάποιες ερωτήσεις στον σ. Τζούμα. Στον ιστορικό υλισμό εξετάζουμε τις νομοτέλειες εξέλιξης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Με βάση αυτές η ιστορία «χωρίζεται» σε διαφορετικά κοινωνικό-οικονομικά συστήματα (δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαρχία, κεφαλαιοκρατία κλπ.). Σ. Τζούμα με βάση τον χαρακτηρισμό του Τρότσκι της κοινωνικής φύσης της ΕΣΣΔ ως «εργατικό εκφυλισμένο κράτος», σε ποια θέση βρίσκεται αυτό το πράγμα; Μετά την κεφαλαιοκρατία ας πούμε; δηλαδή υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ κεφαλαιοκρατίας και σοσιαλισμού; Ή μήπως θα πρέπει να κάνουμε αφαίρεση της ΕΣΣΔ όταν μιλάμε για την εξέλιξη της ανθρωπότητας; Δεν είναι όμως αυτό λίγο αντιφατικό, δηλαδή να αφαιρείς ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας (που επηρέασε σημαντικά τις εξελίξεις τον 20ο αιώνα) για να σου «βγει» η ανάλυση;

Εν κατακλείδι

Νομίζω ότι η καλύτερη εξέταση του φαινομένου της γραφειοκρατίας βρίσκεται στο βιβλίο του συντρόφου Περικλή Παυλίδη «Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ», από το οποίο δανείστηκα πάρα πολλά, και που ευτυχώς κάποιος το έχει ανεβάσει στο internet (http://rapidshare.com/files/250338231/Grafeiokratia-P_Pavlidis.doc ).

Επίσης οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για αυτήν την προβληματική μπορεί να διαβάσει και τα άλλα άρθρα σχετικά με αυτό εδώ: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/arthra_sosialismos-kommounismos.htm )

Η μελέτη του πρώιμου και ύστερου σοσιαλισμού και οι νομοτέλειες που τους διέπουν, είναι απαραίτητη για να χαράξουμε την σύγχρονη στρατηγική που απαιτείται για την επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος, διαφορετικά οι κομμουνιστές είναι καταδικασμένοι να κάνουν τα ίδια ή χειρότερα λάθη. Η μελέτη μιας κοινωνίας δεν είναι εύκολο πράγμα, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για μια κοινωνία, ένα τύπο συνείδησης, που ξεπερνά αρκετά την δικιά μας εποχή. Δεν μπορεί να γίνει από ημιμαθείς ρήτορες που ξέρουν εύκολα να ενθουσιάζουν. Απαιτείται σοβαρή δουλειά. Απαιτείται μελέτη, εξοικείωση και αναστοχασμός του θεωρητικού κεκτημένου του μαρξισμού. Σε αυτό συμβάλουν οι όμιλοι ως προνομιακός χώρος μελέτης της θεωρίας. Είναι λοιπόν απαραίτητο όχι απλώς να τους διατηρήσουμε αλλά και να τους διευρύνουμε για να αποχτήσουμε την αυθεντική ικανή επαναστατική πρωτοπορία που χρειαζόμαστε για τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα. Για αυτό το λόγο κάθε βοήθεια, κάθε μικρή συμβολή μέσω της συμμετοχής στους ομίλους μελέτης της επαναστατικής θεωρίας είναι σημαντική.

Κώστας Μπατής
Μέλος του ομίλου μελέτης για την επαναστατική θεωρία
www.omilos.tuc.gr

ΥΓ. Περίμενε να μάθουν οι της δογματικής πτέρυγας του τροτσκισμού ότι ο Ρόζενταλ που χρησιμοποιείς ήταν υποστηρικτής του Στάλιν Eye-wink. Τι έχεις να τραβήξεις καημενούλη Eye-wink

ΥΓ2. Για όποιες διαφωνίες, απορίες, διευκρινήσεις είμαι στην διάθεση σας.

Δημοσιεύσεις: 37
Εγγράφηκε: 2008-02-25
User is offline


Η συζήτηση εξελίκτικε εδώ:
http://politikokafeneio.com/Forum/viewtopic.php?t=18787